Όταν το κοινό δεν είναι έτοιμο για την τέχνη
ΜΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Χθες το βράδυ, στο Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων, παρακολούθησα μια συναυλία δύο πιανιστών: του Θανάση Στογιαννίδη, καθηγητή Θεολογίας στο ΑΠΘ, και του Γιάννη Κανάκη με την τετραφωνική του χορωδία. Το πρόγραμμα χωρίστηκε σε δύο μέρη: στο πρώτο, ένα απαιτητικό ορατόριο∙ στο δεύτερο, η τετραφωνική.
Το σοκ ήρθε γρήγορα. Στη μέση του πρώτου μέρους, το θέατρο άδειασε σχεδόν κατά το ήμισυ. Το βαρύ και πνευματικό έργο που προσέφερε η Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας έπεσε στο κενό, μπροστά σε ένα κοινό που –κακά τα ψέματα– δεν είχε την ωριμότητα ούτε την προετοιμασία να το παρακολουθήσει. Το ορατόριο δεν είναι εύπεπτη μουσική. Απαιτεί χρόνο, παιδεία και εσωτερική διάθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι, παραδοσιακά, συνδέεται με περιόδους χριστιανικών εορτών και βαθύτερο στοχασμό. Προσωπικά το συνάντησα στα 20 μου χρόνια σε μία χώρα σαν την Ιταλία όπου το κοινό διαθέτει κατάλληλο μουσικό υπόβαθρο.
Ίσως γι’ αυτό, το θέαμα των άδειων καθισμάτων ήταν απογοητευτικό. Ίσως, επίσης, να έπρεπε να υπάρχει ένα μικρό αντίτιμο – όχι για τα έσοδα, αλλά για να προσέλθει κοινό που πραγματικά ενδιαφέρεται. Η δωρεάν πρόσβαση είναι αξιέπαινη ως πρόθεση, αλλά συχνά μετατρέπει την τέχνη σε κάτι που «πάμε να δούμε έτσι για να περάσει η ώρα».
Το δεύτερο μέρος, με την τετραφωνική του Κανάκη, έσωσε την βραδιά. Οι αρμονίες και η ενέργεια της ερμηνείας κράτησαν όσους είχαν απομείνει. Προσωπικά, έμεινα μέχρι τέλους για έναν λόγο: τις άριες μιας 14χρονης, που με τη φωνή της δικαίωσε κάθε λεπτό υπομονής.
Η τέχνη υψηλών απαιτήσεων δεν είναι για λίγους, αλλά δεν είναι και για όποιον τυχαίνει να περνά από την πλατεία. Θέλει κοινό έτοιμο να την υποδεχτεί, όχι να την εγκαταλείψει στη μέση. Γιατί το χειρότερο δεν είναι να μη γνωρίζεις∙ είναι να σου προσφέρεται κάτι σπουδαίο και να το απορρίπτεις, απλώς επειδή δεν το καταλαβαίνεις.
Προσωπικά μετά το τέλος της παράστασης ένιωσα μεγάλη κούραση έσωσε την παρτίδα το 2ο μέρος.
