Ο “εξπέρ” κύριος Νικόπουλος
ΤΙ ΘΥΜΗΘΗΚΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΟ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ
Οι «εξπέρ» του καπνού… οι άνθρωποι που διάβαζαν ένα φύλλο σαν ανοιχτό βιβλίο
Τυχαία έπεσα πάνω σε μια δημοσίευση ηλεκτρονικής εφημερίδας που έκανε αναδρομή σε μια σήμερα ξεχασμένη ειδικότητα της καπνοπαραγωγής: τον εξπέρ καπνού.
Οι νεότεροι ίσως να μην έχουν καν ακούσει τη λέξη.
Κι όμως, εκείνη την εποχή ο εξπέρ αποτελούσε κάτι πολύ περισσότερο από έναν υπάλληλο μιας καπνικής εταιρείας.
Ήταν ο άνθρωπος που παρακολουθούσε ολόκληρο τον κύκλο του προϊόντος, από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή, την αποξήρανση, την επεξεργασία και την τελική ταξινόμηση.
Ήταν, θα έλεγε κανείς, ο γενικός διευθυντής της παραγωγής.
Η σημαντικότερη ευθύνη του ήταν η βαθμολόγηση του καπνού.
Από τη δική του κρίση εξαρτιόταν η τιμή που θα λάμβανε ο παραγωγός.
Η διαφορά μπορούσε να είναι τεράστια: από 10 έως και 100 δραχμές το κιλό, ποσό που πολλές φορές καθόριζε ολόκληρο το εισόδημα μιας οικογένειας.
Οι πραγματικοί εξπέρ διέθεταν μια γνώση που σήμερα δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Έπιαναν στα χέρια τους ένα φύλλο καπνού και μπορούσαν να καταλάβουν αν το χωράφι ήταν ποτιστικό ή ξερικό, αν η συγκομιδή είχε γίνει την κατάλληλη στιγμή, αν το φύλλο είχε στεγνώσει σωστά, ακόμη και αν ο παραγωγός είχε φροντίσει σωστά την καλλιέργεια.
Το φύλλο τούς μιλούσε και εκείνοι ήξεραν να το διαβάζουν.
Η σχέση της οικογένειάς μας με την οικογένεια Ιορδάνογλου, όμως, δεν ξεκίνησε από τον καπνό.
Οι ρίζες της βρίσκονται στα μαύρα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής.
Ένας από τους αδελφούς Ιορδάνογλου, ο Χαρίσκος Ιορδάνογλου, αντάρτης του Παγγαίου μαζί με τον καπετάν Κωνσταντάρα και τον Στέργιο Βαλιούλη, είχε γνωρίσει από κοντά τον παππού μου, Δημήτριο Νικόπουλο, πατέρα του Κυριάκου Νικόπουλου.
Ο παππούς μου, παρά τη φτώχεια και τις στερήσεις της εποχής, άνοιγε το σπίτι του στους αντάρτες, προσφέροντάς τους καταφύγιο και μοιραζόμενος μαζί τους από τα λιγοστά τρόφιμα που προορίζονταν για την επιβίωση της ίδιας του της οικογένειας.
Ήταν πράξεις που μπορούσαν να στοιχίσουν ακόμη και τη ζωή του.
Ο Χαρίσκος Ιορδάνογλου δεν ξέχασε ποτέ εκείνη την ανθρωπιά. Είχε δώσει τον λόγο του πως, όταν θα έρχονταν καλύτερες ημέρες, θα βοηθούσε την οικογένεια που στάθηκε δίπλα στους αγωνιστές στα πιο δύσκολα χρόνια. Και κράτησε την υπόσχεσή του.
Η εμπιστοσύνη που έδειξε αργότερα η οικογένεια Ιορδάνογλου προς τον πατέρα μου δεν ήταν μια τυχαία επαγγελματική επιλογή.
Ήταν η συνέχιση μιας σχέσης τιμής, ευγνωμοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού που είχε γεννηθεί μέσα στη φωτιά της Κατοχής.
Ένας από αυτούς τους ανθρώπους υπήρξε και ο πατέρας μου.Το 1956, μόλις είχε ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία.
Ένα ηλιοψημένο, λιγομίλητο χωριατόπαιδο, μεγαλωμένο στα καπνοχώραφα και στα καλαμπόκια της βάλτας, αναζητούσε τον δρόμο του στη ζωή.
Ο Κυριάκος Ιορδάνογλου, ένας από τους αδελφούς που διατηρούσαν τη γνωστή καπνική επιχείρηση, γνωρίζοντας τόσο τον χαρακτήρα όσο και την ιστορία της οικογένειάς του, διέκρινε τις γνώσεις, την εργατικότητα και την εντιμότητά του και του εμπιστεύθηκε μια θέση τεράστιας ευθύνης ως εξπέρ καπνού.
Θυμάμαι τον πατέρα μου τους χειμώνες. Άλλοτε σκυμμένο πάνω στα βαθμολόγια και άλλοτε στα καντάρια, εκεί όπου ζυγίζονταν οι κόποι μιας ολόκληρης χρονιάς για κάθε παραγωγό.
Τα καλοκαίρια βρισκόταν στα «σαλόνια», όπως ονόμαζαν τότε τους χώρους παραγωγής.
Εκεί ετοίμαζε τα χαρμάνια για την επεξεργασία του καπνού.
Γύρω του δεκάδες γυναίκες, οι περίφημες ξεφυλλίστριες, με κουβέντες, γέλια, τραγούδια αλλά και στιγμές κούρασης, έριχναν τα φύλλα στις ταινίες διαλογής.
Στη συνέχεια ο καπνός συσκευαζόταν σε κάσες των τριάντα κιλών, τις γνωστές «τόγκες», έτοιμος να συνεχίσει το ταξίδι του.Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον επισκεπτόμουν στη δουλειά.
Άλλοτε στα σαλόνια κι άλλοτε στις φορτώσεις καπνών που έφταναν από τη Χρύσα, τον Εχίνο, το Νευροκόπι, τον Κεχρόκαμπο, τη Σταυρούπολη και τόσα άλλα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης.
Τα φορτηγά ξεφόρτωναν ένα προϊόν που τότε άξιζε πραγματικά… χρυσάφι.
Δεν ήταν τυχαίο που πολλοί έλεγαν πως ο καπνός πληρωνόταν με χρυσές λίρες.Και πώς να ξεχάσω τις Μεγάλες Πέμπτες…
Ο πατέρας επέστρεφε από τα βαθμολόγια φορτωμένος με αυγά, τσουρέκια, κρασί ή άλλα δώρα.
Δεν ήταν φακελάκια ούτε ανταλλάγματα.
Ήταν η αυθόρμητη έκφραση ευγνωμοσύνης των ανθρώπων της υπαίθρου προς έναν άνθρωπο που είχαν γνωρίσει, που τον φιλοξενούσαν στα σπίτια τους και που, πάνω απ’ όλα, ήθελαν να πιστεύουν ότι θα τους κρίνει δίκαια.Βέβαια, οι εξπέρ ήταν και διφορούμενες προσωπικότητες.
Για τον έναν παραγωγό ήταν ο άνθρωπος που αναγνώρισε τον κόπο του· για τον άλλον ήταν εκείνος που τον αδίκησε κατά πέντε ή δέκα δραχμές το κιλό.
Έτσι ήταν αυτή η δουλειά.
Η κρίση τους δεν μπορούσε ποτέ να ικανοποιήσει όλους.
Σήμερα οι εξπέρ καπνού δεν υπάρχουν πια.
Μαζί τους χάθηκε μια γνώση που δεν διδασκόταν σε πανεπιστήμια, αλλά αποκτιόταν μέσα στα χωράφια, στις αποθήκες και στα καπνομάγαζα, με χιλιάδες ώρες δουλειάς και εμπειρίας.
Κι εγώ, κάθε φορά που ακούω τη λέξη «εξπέρ», δεν σκέφτομαι έναν τίτλο εργασίας.
Βλέπω τον πατέρα μου. Με το μολύβι πίσω από το αυτί, τα χέρια να πιάνουν προσεκτικά ένα φύλλο καπνού και το βλέμμα εκείνου του ανθρώπου που είχε μάθει να διαβάζει τη ζωή μέσα από τις νευρώσεις ενός φύλλου.Και μαζί του βλέπω και τον παππού μου.
Έναν άνθρωπο που, μέσα στα χρόνια της Κατοχής, πρόσφερε χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά που μου άφησαν: ότι η τιμή, η αξιοπρέπεια και η ανθρωπιά δεν χάνονται.
Μπορεί να αργήσουν να ανταμειφθούν, όμως βρίσκουν πάντα τον δρόμο τους μέσα στον χρόνο, περνώντας σιωπηλά από γενιά σε γενιά.
Τιμής ένεκεν μιάς και η γενέτειρα του πατέρα σήμερα πανηγυρίζει φωτό Αντιφίλιπποι 1968…

