Θα αναβιώσει το λαϊκό δρώμενο των Αράπηδων
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΝΙΚΗΣΙΑΝΗ
Ανήμερα των Φώτων, την ώρα που το φως παλεύει με τη σκιά και το Παγγαίο στέκει βαρύ και σιωπηλό, στη Νικήσιανη συμβαίνει κάτι που δεν υπακούει στη λογική. Είναι η στιγμή που το βουνό ανοίγει τον δρόμο και αφήνει να κατέβει το αρχέγονο.
Μέσα από την ομίχλη και το κρύο, ακούγεται πρώτα ο ήχος. Βαθύς. Μεταλλικός. Αμείλικτος. Τα κουδούνια των Κωδωνοφόρων δεν αναγγέλλουν γιορτή. Aναγγέλλουν παρουσία και επιβολή.
Οι Αράπηδες της Νικήσιανης κατεβαίνουν από τις πλαγιές του Παγγαίου σαν σκιές άλλης εποχής, φορτωμένοι μνήμη, δύναμη, συμβολισμούς και τελετουργία. Κάθε τους βήμα χαράζει τον χρόνο, κάθε χτύπος κουδουνιού δονεί τον αέρα και την ψυχή. Οι μορφές τους, επιβλητικές και αινιγματικές, δεν έχουν πρόσωπο. Είναι σύμβολα. Δεν μιλούν, επιβάλλονται. Η κάθοδός τους προς την καρδιά του χωριού μοιάζει με ιερή πομπή, μια μυσταγωγία που ενώνει το χώμα με τον ουρανό, το σκοτάδι με το φως, το παλιό με το αιώνιο.
Την ημέρα που τα νερά αγιάζονται, οι Αράπηδες της Νικήσιανης εξαγνίζουν συμβολικά τον τόπο με τον ήχο και την κίνησή τους. Στη Νικήσιανη, εκείνη τη μέρα, οι δρόμοι δεν γεμίζουν κόσμο. Γεμίζουν δέος. Οι στέγες τρίζουν από τον ήχο των κουδουνιών, οι καρδιές συγχρονίζονται στον ρυθμό τους και το χωριό υποτάσσεται σε μια δύναμη που δεν εξηγείται, μόνο βιώνεται.
Το έθιμο του Αράπη δεν προσφέρεται μόνο για θέαμα. Αποτελεί τελετή, κάλεσμα, υπόσχεση. Όποιος σταθεί απέναντι στους Αράπηδες της Νικήσιανης δεν κοιτά απλώς. Στέκεται με δέος, ακούει, νιώθει. Και καταλαβαίνει πως αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά του δεν είναι αναπαράσταση, αλλά η αέναη συνέχεια μιας αρχέγονης παράδοσης που αρνείται να σβήσει.
Αν αναζητάς μια εμπειρία που να σε συγκλονίσει, να σε βγάλει από το γνώριμο και να σε φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με το μυστήριο της λαϊκής ψυχής, τότε ανήμερα των Φώτων η Νικήσιανη δεν σε προσκαλεί. Σε δοκιμάζει.
